icon

Παρατηρητήριο Μαιευτικής Βίας

shape
shape

Νομικό πλαίσιο

Σύμφωνα με την Έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Μαιευτική Βία που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιου του 2024 «η μαιευτική και γυναικολογική βία είναι μια διαδεδομένη μορφή βίας κατά των γυναικών, η οποία διαπράττεται μέσω κανονικοποιημένων πρακτικών (normalized practices) υγειονομικής περίθαλψης.»

Σύμφωνα με την έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η μαιευτική βία αποτελεί έμφυλη βία η οποία λαμβάνει πολλαπλές μορφές επιβλαβών πρακτικών, δεν υπάρχει όμως κοινός νομικός ορισμός του όρου αυτού.

Αν και δεν υπάρχει ειδικό νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα το οποίο να ορίζει τι συνιστά «μαιευτική βία», η εγκυμονούσα και επίτοκος προστατεύεται από τον Νόμο 2071/1992 ο οποίος ορίζει τα δικαιώματα του νοσοκομειακού ασθενούς, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) καθώς και από τις διατάξεις του Αστικού και Ποινικού Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 47 του Ν. 2071/1992, η εγκυμονούσα/επίτοκος, ως νοσοκομειακός ασθενής, έχει το δικαίωμα:

πρόσβασης σε κατάλληλες νοσοκομειακές υπηρεσίες.

παροχής φροντίδας με τον οφειλόμενο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια της. Αυτή η φροντίδα περιλαμβάνει όχι μόνο την εν γένει άσκηση της ιατρικής και της νοσηλευτικής, αλλά και τις παραϊατρικές υπηρεσίες, την κατάλληλη διαμονή, την κατάλληλη μεταχείριση και την αποτελεσματική διοικητική και τεχνική εξυπηρέτηση.

να συγκατατεθεί ή να αρνηθεί σε κάθε διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη του πρόκειται να διενεργηθεί σε αυτήν.

να ζητήσει να πληροφορηθεί ότι αφορά την κατάστασή της. Το συμφέρον του ασθενούς είναι καθοριστικό και εξαρτάται από την πληρότητα και ακρίβεια των πληροφοριών που του δίνονται. Η πληροφόρηση του ασθενούς πρέπει να του επιτρέπει να σχηματίσει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων της καταστάσεώς του και να λαμβάνει αποφάσεις ο ίδιος ή να μετέχει στη λήψη αποφάσεων που είναι δυνατό να προδικάσουν τη μετέπειτα ζωή του.

να πληροφορηθεί, πλήρως και εκ των προτέρων για τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιασθούν ή να προκύψουν εξ αφορμής εφαρμογής σε αυτήν ασυνήθων ή πειραματικών διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων. Η εφαρμογή των πράξεων αυτών στον ασθενή λαμβάνει χώρα μόνο ύστερα από συγκεκριμένη συγκατάθεση του ιδίου. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να ανακληθεί από τον ασθενή ανά πάσα στιγμή. Ο ασθενής πρέπει να αισθάνεται τελείως ελεύθερος στην απόφαση του, να δεχθεί ή να απορρίψει, κάθε συνεργασία του με σκοπό την έρευνα ή την εκπαίδευση. Η συγκατάθεσή του για τυχόν συμμετοχή του είναι δικαίωμά του και μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

έχει το δικαίωμα στο μέτρο και στις πραγματικές συνθήκες που αυτό είναι δυνατόν, προστασίας της ιδιωτικής της ζωής. Ο απόρρητος χαρακτήρας των πληροφοριών και του περιεχομένου των εγγράφων που τον αφορούν, του φακέλου των ιατρικών σημειώσεων και ευρημάτων, πρέπει να είναι εγγυημένος.

έχει το δικαίωμα του σεβασμού και της αναγνωρίσεως των θρησκευτικών και ιδεολογικών της πεποιθήσεων.

έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει ή να καταθέσει αρμοδίως διαμαρτυρίες και ενστάσεις και να λάβει πλήρη γνώση των επ`αυτών ενεργειών και αποτελεσμάτων.

Περαιτέρω, η επίτοκος προστατεύεται από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας Ν. 3418/2005, σύμφωνα με τον οποίο ο γιατρός, μεταξύ άλλων, έχει:

Υποχρέωση σεβασμού

Ο ιατρός οφείλει να φροντίζει για την ανάπτυξη σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ αυτού και του χρήστη/ασθενή. Οφείλει να ακούει τους ασθενείς του, τους συμπεριφέρεται με σεβασμό και κατανόηση και σέβεται τις απόψεις, την ιδιωτικότητα και την αξιοπρέπειά τους.

Υποχρέωση ενημέρωσης

Ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασής του και να προχωρεί, ανάλογα, στη λήψη αποφάσεων.

Σημειώνεται ότι αν τα πρόσωπα δεν έχουν την ικανότητα να συναινέσουν για την εκτέλεση ιατρικής πράξης, ο ιατρός τα ενημερώνει στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Ενημερώνει, επίσης, τα τρίτα πρόσωπα, που έχουν την εξουσία να συναινέσουν για την εκτέλεση της πράξης αυτής.

Υποχρέωση λήψης συναίνεσης του ενημερωμένου ασθενή

Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή.

Οι προϋποθέσεις της έγκυρης συναίνεσης του ασθενή είναι:

α) Να παρέχεται μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση.

β) Ο ασθενής να έχει ικανότητα για συναίνεση.

Αν ο ασθενής δεν διαθέτει ικανότητα συναίνεσης, η συναίνεση για την εκτέλεση ιατρικής πράξης δίδεται από τον δικαστικό συμπαραστάτη, εφόσον αυτός έχει ορισθεί. Αν δεν υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης, η συναίνεση δίδεται από τους οικείους του ασθενή. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός πρέπει να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την εκούσια συμμετοχή, σύμπραξη και συνεργασία του ασθενή, και ιδίως εκείνου του ασθενή που κατανοεί την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης, τους κινδύνους, τις συνέπειες και τα αποτελέσματα της πράξης αυτής.

γ) Η συναίνεση να μην είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής και να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα χρηστά ήθη.

δ) Η συναίνεση να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη και κατά το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και κατά το χρόνο της εκτέλεσής της.

Κατ` εξαίρεση δεν απαιτείται συναίνεση: στις επείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν μπορεί να ληφθεί κατάλληλη συναίνεση και συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας.

Η λήψη έγκυρης και ενημερωμένης συναίνεσης της επιτόκου για την διενέργεια ιατρικών πράξεων όπως για παράδειγμα για την διενέργεια καισαρικής τομής, κολπικής εξέτασης, περινεοτομής, χρήσης εμβυούλκου και άλλων πρακτικών υποβοήθησης εξόδου του εμβρύου, αποτελεί βασική προϋπόθεση που πηγάζει από την προστασία της προσωπικότητας (ΑΚ 57) της επιτόκου και την νομοθεσία που προστατεύει τα δικαιώματα των ασθενών.

Η διενέργεια ιατρικών πράξεων χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση της επιτόκου δύναται να θεμελιώσει τόσο συμβατική (ΑΚ 288) όσο και αδικοπρακτική (ΑΚ 914) ευθύνη του γιατρού (ή και της μαιευτικής κλινικής) καθώς και αξίωση αποζημίωσης της επιτόκου λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932).

Προϋπόθεση για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι η τέλεση:

παράνομης (ήτοι συμπεριφορά που παραβιάζει κανόνα δικαίου, όπως για παράδειγμα η παραβίαση των δικαιωμάτων της επιτόκου που αναφέρθηκαν ανωτέρω ή παραβιάζει το γενικό καθήκον επιμέλειας )

και υπαίτιας (ήτοι με δόλο ή αμέλεια του γιατρού)

πράξης η παράληψης του γιατρού

η επέλευση ζημίας ( η ζημιά μπορεί να συνίσταται σε σωματική βλάβη, οικονομική ζημία ή/και ηθική βλάβη)

καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του επιζήμιου αποτελέσματος.

Υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, δύναται να θεμελιωθεί και ποινική ευθύνη του ιατρού (πχ. σε περιπτώσεις θανάτου ή σωματικής βλάβης της επιτόκου ή του εμβρύου που προκλήθηκαν από αμέλεια του γιατρού), σύμφωνα με τις οικίες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί νομική συμβουλή. Σε περίπτωση που πιστεύετε ότι έχετε υποστεί μαιευτική βία ζητήστε να λάβετε αντίγραφο του ιατρικού σας φακέλου και απευθυνθείτε άμεσα σε δικηγόρο ώστε να λάβετε εξατομικευμένη νομική συμβουλή.

Σοφία Γετίμη

Senior Associate